ανακατάταξη

ανακατάταξη
[-ις (-εως)] η
1) перегруппировка; реорганизация;

η ανακατάταξη των δυνάμεων — перегруппировка сил;

2) воен. зачисление на сверхсрочную службу

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "ανακατάταξη" в других словарях:

  • ανακατάταξη — η 1. νέα κατάταξη διαφορετική από την προηγούμενη: Παρατηρείται μια ανακατάταξη στις πολιτικές δυνάμεις της χώρας μας. 2. (στο στρατό), εκούσια νέα κατάταξη στρατιωτικού ύστερα από τη λήξη της καθορισμένης θητείας: Δήλωσε ανακατάταξη και θα… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανακατάταξη — η 1. η εκ νέου κατάταξη, πληρέστερη και ακριβέστερη κατάταξη 2. εθελοντική εκ νέου κατάταξη στον στρατό. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανακατατάσσω. ΠΑΡ. ανακατατάξιμος. Η λ. μαρτυρείται από το 1833 στους Ελληνικούς Κώδικες] …   Dictionary of Greek

  • ανακατατάξιμος — η, ο αυτός που έχει τα προσόντα και τα δικαιώματα για ανακατάταξη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανακατάταξη ( ις). Η λ. μαρτυρείται από το 1891 στην εφημερίδα «Ακρόπολις»] …   Dictionary of Greek

  • Μπέκμαν, Ερνστ — (Ernst Beckmann, Ζόλινγκεν 1853 – Βερολίνο 1923). Γερμανός φυσικός και χημικός. Μαθητής του Κόλμπε και του Όστβαλντ, έγινε αργότερα καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Έκανε ενδιαφέρουσες έρευνες στην οργανική χημεία, στη φυσικοχημεία και… …   Dictionary of Greek

  • ανακατατάσσω — 1. κατατάσσω εκ νέου ή ακριβέστερα 2. μέσ. κατατάσσομαι εκ νέου εθελοντικά στον στρατό. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανα * + κατατάσσω. ΠΑΡ. ανακατάταξη. Η λ. μαρτυρείται από το 1833 στους Ελληνικούς Κώδικες] …   Dictionary of Greek

  • εκτινίτης — Μεταμορφωσιγενές πέτρωμα που έχει σχηματιστεί με ανακατάταξη των συστατικών ενός άλλου πετρώματος, χωρίς να εισαχθούν από έξω ή να απομακρυνθούν από αυτό υλικά. Οι ε. σχηματίζονται με την επίδραση θερμότητας και μηχανικών διαδικασιών, όταν… …   Dictionary of Greek

  • ηλεκτρισμός — Γενικός όρος που υποδηλώνει όλα εκείνα τα φυσικά φαινόμενα στα οποία παίρνουν μέρος ηλεκτρικά φορτία, είτε αυτά βρίσκονται σε ηρεμία είτε σε κίνηση. Για τον σκοπό της διατύπωσης των νόμων που διέπουν τα φαινόμενα αυτά και για ευκολία μελέτης,… …   Dictionary of Greek

  • παρασεξουαλισμός — ο φαινόμενο που παρατηρείται σε ορισμένους μύκητες οι οποίοι δεν έχουν εγγενή αναπαραγωγή και κατά το οποίο η γενετική ανακατάταξη γίνεται κατά την μιτωτική και όχι κατά την μειωτική διαίρεση. [ΕΤΥΜΟΛ. Νόθο αντιδάνειο συνθ., πρβλ. αγγλ.… …   Dictionary of Greek

  • χημικός — ή, ό, Ν 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη χημεία («χημική βιομηχανία») 2. (το αρσ. ή το θηλ. ως ουσ.) ο, η χημικός επιστήμονας ειδικευμένος στη χημεία 3. φρ. α) «χημική ανάλυση·» χημ. i) τομέας τής χημείας που ασχολείται κυρίως με τις μεθόδους …   Dictionary of Greek

  • Αλγερία — I (Αστρον.).Αστεροειδής που το φαινόμενο μέγεθός του στη μέση αντίθεσή του είναι ίσο προς 14,6, ενώ αν βρισκόταν σε απόσταση μιας αστρονομικής μονάδας από τον Ήλιο και από τη Γη θα είχε φαινόμενο μέγεθος 10,5. II Κράτος της βορειοδυτικής… …   Dictionary of Greek

  • Γουιάνα — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Γουιάνα Παλαιότερη ονομασία: Βρετανική Γουιάνα Έκταση: 214.969 τ.χλμ Πληθυσμός: 698.209 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Τζόρτζταουν (225.802 κάτ. το 2002)Κράτος της Νότιας Αμερικής. Συνορεύει με τη Βενεζουέλα στα ΒΔ, τη… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»